
Στραβισμός στα Παιδιά:
Πλήρης Οδηγός για
Γονείς
Τι είναι ο παιδικός στραβισμός
Ο παιδικός στραβισμός, γνωστός επίσης ως «αλληθώρισμα» ή «στραβά μάτια», αποτελεί μια οφθαλμική πάθηση όπου τα μάτια του παιδιού δεν ευθυγραμμίζονται σωστά και δεν συνεργάζονται για να εστιάσουν ταυτόχρονα στο ίδιο σημείο. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ενώ το ένα μάτι κοιτάζει ευθεία μπροστά, το άλλο αποκλίνει προς τα μέσα (εσωτροπία),
προς τα έξω (εξωτροπία), προς τα πάνω (ανωτροπία) ή προς τα κάτω (υποτροπία).
Η συχνότητα εμφάνισης του στραβισμού στον παιδικό πληθυσμό κυμαίνεται από 2% έως 4% παγκοσμίως, με συγκεκριμένα ποσοστά γύρω στο 2,5 - 4% στο Ηνωμένο Βασίλειο και 2,5% έως 3,5% στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρά την αντίληψη πολλών γονέων ότι πρόκειται για ένα αισθητικό πρόβλημα, ο στραβισμός μπορεί να έχει σοβαρές και μακροπρόθεσμες συνέπειες που εκτείνονται πολύ πέρα από την εμφάνιση του παιδιού.
Η διαφορά από τον ψευδοστραβισμό
Μια κρίσιμη διάκριση που πρέπει να κατανοούν οι γονείς, είναι αυτή μεταξύ του πραγματικού στραβισμού και του ψευδοστραβισμού. Ο ψευδοστραβισμός είναι μια ακίνδυνη κατάσταση σε ένα βρέφος, όπου τα μάτια φαίνεται να στραβίζουν λόγω ανατομικών χαρακτηριστικών του προσώπου, όπως η πλατιά ρινική γέφυρα ή οι επικανθικές πτυχές στις εσωτερικές γωνίες των ματιών. Σε αντίθεση με τον πραγματικό στραβισμό, στον ψευδοστραβισμό τα μάτια είναι στην πραγματικότητα σωστά ευθυγραμμισμένα, και η οπτική αυτή ψευδαίσθηση συνήθως εξαφανίζεται μόνη της καθώς το παιδί μεγαλώνει και τα χαρακτηριστικά του προσώπου ωριμάζουν, συνήθως μέχρι την ηλικία των 18 -24 μηνών.
Ένας απλός τρόπος διάκρισης είναι η παρατήρηση της κερατοειδικής αντανάκλασης του φωτός: στον ψευδοστραβισμό, η αντανάκλαση του φωτός εμφανίζεται κεντρικά & συμμετρικά και στα δύο μάτια, ενώ στον πραγματικό στραβισμό βρίσκεται σε διαφορετικές θέσεις. Παρόλα αυτά, είναι σημαντικό να γνωρίζουν οι γονείς ότι ένα παιδί με ψευδοστραβισμό μπορεί να αναπτύξει αργότερα πραγματικό στραβισμό, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη αξιολόγησης από παιδοφθαλμίατρο, σε κάθε περίπτωση αμφιβολίας.

Εικ.1. Ψευδοστραβισμός. Οι κερατοειδικές αντανακλάσεις είναι κεντρικές και συμμετρικές και στα δύο μάτια.
Γιατί η έγκαιρη αντιμετώπιση είναι ζωτικής σημασίας: Επιπλοκές και κρίσιμη περίοδος
Η κατανόηση των συνεπειών της καθυστερημένης αντιμετώπισης ενός στραβισμού αλλά και της κρίσιμης περιόδου ανάπτυξης της όρασης ενός παιδιού, αποτελεί τον πυλώνα για τη συνειδητοποίηση της ανάγκης για άμεση παρέμβαση από τους γονείς. Η όραση είναι μια μαθησιακή λειτουργία για τον ανθρώπινο εγκέφαλο, μέσα από την ανάπτυξη νευρωνικών συνδέσεων μεταξύ του αμφιβληστροειδή και του οπτικού φλοιού του εγκεφάλου.
Η αμβλυωπία: Η πιο σοβαρή επιπλοκή
Η πιο ανησυχητική επιπλοκή του στραβισμού είναι η αμβλυωπία, κοινώς γνωστή ως "τεμπέλικο μάτι". Αυτή η κατάσταση αναπτύσσεται όταν ο εγκέφαλος αγνοεί ή καταστέλλει συστηματικά την οπτική πληροφορία που προέρχεται από το μάτι που παρεκκλίνει, προκειμένου να αποφύγει τη διπλή όραση. Με την πάροδο του χρόνου, το καταστελλόμενο μάτι χάνει σταδιακά την οπτική του ικανότητα, παρότι είναι δομικά υγιές. Ουσιαστικά η δημιουργία συνδέσεων του ματιού με τον οπτικό φλοιό του εγκεφάλου διακόπτεται.
Η κρισιμότητα της έγκαιρης αντιμετώπισης της αμβλυωπίας έγκειται στο γεγονός ότι εάν δεν αντιμετωπιστεί, πριν ολοκληρωθεί η ανάπτυξη του οπτικού συστήματος, συνήθως γύρω στην ηλικία των 8-9 ετών, η απώλεια όρασης μπορεί να γίνει μόνιμη και μη αναστρέψιμη. Είναι σημαντικό να κατανοήσουν οι γονείς ότι ο στραβισμός και η αμβλυωπία, παρότι συχνά συνυπάρχουν με σχέση αίτιο-αιτιατό, είναι διαφορετικές καταστάσεις: ο στραβισμός είναι πρόβλημα ευθυγράμμισης, ενώ η αμβλυωπία είναι πρόβλημα οπτικής οξύτητας.
Η κρίσιμη περίοδος της νευροπλαστικότητας
Το ανθρώπινο οπτικό σύστημα υφίσταται εκτεταμένη ανάπτυξη κατά τη διάρκεια της πρώιμης παιδικής ηλικίας, μια περίοδος που χαρακτηρίζεται από υψηλή νευροπλαστικότητα στον οπτικό φλοιό του εγκεφάλου. Η κρίσιμη περίοδος για την ανάπτυξη της στερεοσκοπικής όρασης (τρισδιάστατη όραση) αρχίζει περίπου στην ηλικία των 3 μηνών.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι οπτικές πληροφορίες από τα δύο μάτια ανταγωνίζονται για λειτουργικό και δομικό χώρο στον οπτικό φλοιό. Εάν το ένα μάτι είναι μη ευθυγραμμισμένο, ο εγκέφαλος μπορεί να καταστείλει την πληροφορία που προέρχεται από αυτό, οδηγώντας σε απώλεια της φλοιώδους νευρωνικής ανταπόκρισης και προκαλώντας αμβλυωπία.
Διαταραχή της διόφθαλμης όρασης και της αντίληψης βάθους
Ο στραβισμός επηρεάζει άμεσα τη διόφθαλμη όραση, δηλαδή την ικανότητα του εγκεφάλου να συνδυάζει τις εικόνες από τα δύο μάτια σε μία ενιαία, τρισδιάστατη εικόνα. Αυτή η ικανότητα είναι απαραίτητη για την ακριβή αντίληψη του βάθους και την εκτίμηση των αποστάσεων. Όταν τα μάτια δεν είναι ευθυγραμμισμένα, στέλνουν στον εγκέφαλο αντικρουόμενες εικόνες, εμποδίζοντας τη σωστή ανάπτυξη της τρισδιάστατης όρασης. Τα παιδιά με συνεχή στραβισμό από τη γέννηση μπορεί να μην αναπτύξουν ποτέ φυσιολογική τρισδιάστατη όραση, ενώ εκείνα με διαλείποντα στραβισμό μπορεί να έχουν περιόδους φυσιολογικής στερεοσκοπικής όρασης.
Η σιωπηλή προσαρμογή του εγκεφάλου
Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του παιδικού στραβισμού είναι ότι τα παιδιά σπάνια παραπονιούνται για διπλή όραση, σε αντίθεση με τους ενήλικες. Αυτό συμβαίνει επειδή ο αναπτυσσόμενος εγκέφαλος έχει την ικανότητα να «καταστέλλει» ή να αγνοεί την εικόνα από το μάτι που παρεκκλίνει, προκειμένου να αποφύγει τη δυσάρεστη διπλή όραση. Αυτή η φαινομενικά ευεργετική προσαρμογή είναι στην πραγματικότητα προβληματική, καθώς οδηγεί στην υποβάθμιση της όρασης του καταστελλόμενου ματιού και στην ανάπτυξη αμβλυωπίας.
Η απουσία παραπόνων για διπλή όραση σε ένα παιδί με ορατό στραβισμό δεν πρέπει να παρερμηνεύεται ως έλλειψη προβλήματος. Αντίθετα, συχνά υποδηλώνει ότι ο εγκέφαλος έχει ήδη ενεργοποιήσει τον μηχανισμό καταστολής, ο οποίος αποτελεί πρόδρομο της αμβλυωπίας.
Ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις
Οι επιπτώσεις του στραβισμού εκτείνονται πολύ πέρα από τις φυσικές και οπτικές δυσλειτουργίες. Η παρουσία ορατού στραβισμού μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την αυτοεκτίμηση και την ψυχική υγεία του παιδιού καθώς μεγαλώνει, λόγω ανησυχιών σχετικά με την εμφάνισή του. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνική απομόνωση, δυσκολίες στη δημιουργία φιλικών σχέσεων και χαμηλή αυτοπεποίθηση. Στο σχολικό περιβάλλον, τα παιδιά με στραβισμό μπορεί να αντιμετωπίσουν δυσκολίες τόσο στην ακαδημαϊκή επίδοση όσο και στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.
Ο στραβισμός ΔΕΝ υποχωρεί αυθόρμητα
Μια από τις πιο σημαντικές παρανοήσεις που αντιμετωπίζουν οι οφθαλμίατροι είναι η πεποίθηση πολλών γονέων ότι ο στραβισμός θα "περάσει" από μόνος του καθώς το παιδί μεγαλώνει. Ωστόσο, ο πραγματικός στραβισμός, σε αντίθεση με τον ακίνδυνο ψευδοστραβισμό, δεν υποχωρεί αυθόρμητα και απαιτεί ιατρική παρέμβαση. Αν και ορισμένα πολύ μικρά βρέφη μπορεί να έχουν περιστασιακή, φυσιολογική παρέκκλιση των ματιών που υποχωρεί μέχρι την ηλικία των 3-4 μηνών, οποιαδήποτε επίμονη ή εμφανής παρέκκλιση των ματιών μετά από αυτή την ηλικία, αποτελεί λόγο
ανησυχίας και απαιτεί παιδοφθαλμολογική αξιολόγηση. Η καθυστέρηση στη θεραπεία μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη οπτική ανικανότητα και να μειώσει σημαντικά τις πιθανότητες επίτευξης του βέλτιστου δυνατού αποτελέσματος.
Τύποι στραβισμού: Κατανοώντας τις διαφορές
Η ταξινόμηση του στραβισμού βασίζεται σε διάφορα χαρακτηριστικά που βοηθούν τους ειδικούς να προσδιορίσουν την καταλληλότερη θεραπευτική προσέγγιση. Η κατανόηση αυτών των διακρίσεων είναι χρήσιμη και για τους γονείς, καθώς τους επιτρέπει να περιγράψουν με ακρίβεια τα συμπτώματα που παρατηρούν.
Ταξινόμηση κατά κατεύθυνση
Η κατεύθυνση προς την οποία αποκλίνει το μάτι καθορίζει τον τύπο του στραβισμού. Η εσωτροπία αναφέρεται στην προς τα μέσα απόκλιση και είναι ο πιο συχνός τύπος στην παιδική ηλικία. Η εξωτροπία περιγράφει την προς τα έξω απόκλιση, ενώ η ανωτροπία και η υποτροπία αφορούν την προς τα πάνω και προς τα κάτω απόκλιση αντίστοιχα. Οι δύο
πρώτοι τύποι αποτελούν μορφές οριζόντιου στραβισμού, ενώ οι δύο τελευταίοι κάθετου στραβισμού.


Συγκλίνων στραβισμός
Αποκλίνων στραβισμός
Μόνιμος έναντι διαλείποντος στραβισμού
Ο μόνιμος στραβισμός χαρακτηρίζεται από την παρουσία της παρέκκλισης, καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας και αποτελεί πιο ανησυχητική μορφή, καθώς ο εγκέφαλος δεν έχει την ευκαιρία να «εξασκηθεί» στη διόφθαλμη όραση. Αντίθετα, ο διαλείπων στραβισμός εμφανίζεται περιοδικά, συχνά όταν το παιδί είναι κουρασμένο, άρρωστο ή εκνευρισμένο, ή
όταν κοιτάζει μακρινά αντικείμενα.
Ο διαλείπων στραβισμός έχει γενικά καλύτερη πρόγνωση επειδή επιτρέπει στον εγκέφαλο να συνεχίσει την ανάπτυξη της διόφθαλμης όρασης και της αντίληψης του βάθους, κατά τις περιόδους φυσιολογικής ευθυγράμμισης. Ένα χαρακτηριστικό σημάδι του διαλείποντα αποκλίνοντα στραβισμού είναι η ετερόπλευρη φωτοφοβία, δηλ. το κλείσιμο του ενός
ματιού, όταν το παιδί βρίσκεται σε έντονο ηλιακό φως.
Ετερόπλευρος έναντι επαλλάσοντα στραβισμού
Στον ετερόπλευρο στραβισμό, παρεκκλίνει πάντα το ίδιο μάτι , γεγονός που αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο ανάπτυξης αμβλυωπίας στο συγκεκριμένο μάτι. Αντίθετα, στον επαλλάσοντα στραβισμό, στραβίζει πότε το ένα και πότε το άλλο μάτι. Αυτός ο τύπος έχει το πλεονέκτημα ότι και τα δύο μάτια χρησιμοποιούνται εναλλάξ, μειώνοντας τον κίνδυνο αμβλυωπίας.
Εμφανής έναντι λανθάνουσας απόκλισης
Η τροπία αντιπροσωπεύει την εμφανή παρέκκλιση, δηλαδή τη μη ευθυγράμμιση που είναι ορατή όταν και τα δύο μάτια είναι ανοιχτά και λειτουργούν μαζί. Η φορία, από την άλλη πλευρά, είναι η λανθάνουσα απόκλιση που γίνεται αντιληπτή μόνο όταν καλυφθεί το ένα μάτι, διακόπτοντας τη διόφθαλμη όραση. Ο εγκέφαλος συνήθως διορθώνει αυτή τη μικρή
παρέκκλιση χρησιμοποιώντας τους εξοφθάλμιους μύες, καθιστώντας την μη αντιληπτή στην καθημερινή διόφθαλμη λειτουργία.
Αίτια στραβισμού: Από την κληρονομικότητα στις επίκτητες παθήσεις
Η κατανόηση των αιτίων του στραβισμού βοηθά τους γονείς να αντιληφθούν καλύτερα τη φύση της πάθησης και να αναγνωρίσουν πιθανούς παράγοντες κινδύνου στην οικογένειά τους.
Γενετική προδιάθεση και κληρονομικότητα
Το οικογενειακό ιστορικό στραβισμού αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη της πάθησης. Μελέτες σε δίδυμα έχουν επιβεβαιώσει τη γενετική βάση του στραβισμού, αποκαλύπτοντας υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης σε μονοζυγωτικούς διδύμους σε σχέση με διζυγωτικούς. Ωστόσο, τα πρότυπα κληρονομικότητας είναι περίπλοκα και πολυπαραγοντικά, σημαίνοντας ότι πολλοί γενετικοί τόποι συμβάλλουν στην πάθηση, ενώ ταυτόχρονα επηρεάζονται από περιβαλλοντικούς παράγοντες.
Αυτή η γενετική προδιάθεση σημαίνει ότι τα παιδιά με οικογενειακό ιστορικό στραβισμού χρειάζονται ιδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση και έγκαιρη οφθαλμολογική αξιολόγηση.
Συγγενής συγκλίνων στραβισμός
Ο συγγενής συγκλίνων στραβισμός ή βρεφική εσωτροπία, είναι παρών είτε από τη γέννηση ή εμφανίζεται μέσα στους πρώτους έξι μήνες ζωής. Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της βρεφικής εσωτροπίας είναι η μεγάλη και σχετικά σταθερή γωνία σύγκλισης, η οποία μπορεί να αυξηθεί με την πάροδο του χρόνου. Τα παιδιά με αυτόν τον τύπο στραβισμού συχνά εμφανίζουν «cross-fixation», δηλ. διασταυρούμενη προσήλωση, όπου χρησιμοποιούν το δεξί μάτι για να κοιτάζουν αριστερά και το αριστερό για να κοιτάζουν δεξιά. Ο συγγενής συγκλίνων στραβισμός μπορεί να αποτελεί εκδήλωση άλλων συστημικών ιατρικών καταστάσεων, όπως εγκεφαλικές βλάβες, αμφιβληστροειδοπάθεια της προωρότητας, ρετινοβλάστωμα, εγκεφαλική παράλυση, σύνδρομο Down και άλλα γενετικά σύνδρομα. Επιπλέον παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν την προωρότητα και το χαμηλό βάρος γέννησης.

Βρεφική εσωτροπία
Επίκτητος στραβισμός
Ο επίκτητος στραβισμός αναπτύσσεται μετά τους πρώτους έξι μήνες ζωής, σε παιδιά που είχαν προηγουμένως φυσιολογική ευθυγράμμιση των ματιών. Η αιφνίδια εμφάνιση στραβισμού σε ένα παιδί αποτελεί σημαντικό προειδοποιητικό σημάδι που απαιτεί άμεση ιατρική αξιολόγηση, καθώς μπορεί να υποδηλώνει σοβαρό υποκείμενο νευρολογικό
πρόβλημα, όπως εγκεφαλικό όγκο, αυξημένη ενδοκράνια πίεση ή παράλυση κρανιακού νεύρου.
Τα διαθλαστικά σφάλματα , όπως η υψηλή υπερμετρωπία , αποτελούν συχνή αιτία επίκτητου στραβισμού, ειδικά της προσαρμοστικής εσωτροπίας. Όταν ένα παιδί έχει υπερμετρωπία, τα μάτια του πρέπει να καταβάλλουν επιπλέον προσπάθεια για να εστιάσουν, ειδικά στην κοντινή εργασία. Αυτή η αυξημένη εστιακή προσπάθεια προκαλεί φυσιολογικά την προς τα μέσα στροφή των ματιών. Αν αυτή η προσπάθεια είναι υπερβάλλουσα, μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη προς τα μέσα σύγκλιση.
Νευρολογικά αίτια περιλαμβάνουν προβλήματα στον νευρομυϊκό έλεγχο της κίνησης των ματιών, συχνά σχετιζόμενα με εγκεφαλικές λειτουργίες. Άλλες οφθαλμικές παθήσεις που προκαλούν μειωμένη όραση στο ένα μάτι, όπως ο συγγενής καταρράκτης ή οι αμφιβληστροειδικές παθήσεις, μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του εγκεφάλου να διατηρεί την οφθαλμική ευθυγράμμιση.
Συμπτώματα που πρέπει να αναγνωρίζουν οι γονείς
Η έγκαιρη αναγνώριση των εκδηλώσεων του στραβισμού από τους γονείς, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την επιτυχή αντιμετώπιση της πάθησης. Πολλά από αυτά τα συμπτώματα μπορεί να είναι αβληχρά, ιδιαίτερα σε μικρότερα παιδιά που δεν μπορούν να εκφράσουν τις οπτικές τους δυσκολίες.
Ορατή μη ευθυγράμμιση των ματιών
Το πιο προφανές και συχνό σύμπτωμα είναι η εμφανής παρέκκλιση, όπου το ένα ή και τα δύο μάτια δεν κοιτάζουν προς την ίδια κατεύθυνση ή δεν κινούνται συγχρονισμένα. Αυτή η παρέκκλιση μπορεί να είναι συνεχής ή να εμφανίζεται περιοδικά. Οι γονείς συχνά παρατηρούν ότι η παρέκκλιση γίνεται πιο εμφανής όταν το παιδί είναι κουρασμένο,
άρρωστο ή αγχωμένο, ή όταν συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένες δραστηριότητες.
Αντισταθμιστικές συμπεριφορές
Τα παιδιά με στραβισμό συχνά αναπτύσσουν αντισταθμιστικές συμπεριφορές προκειμένου να βελτιστοποιήσουν την όρασή τους ή να αποφύγουν δυσάρεστα συμπτώματα:
-
Ασυνήθιστη θέση κεφαλιού: Το παιδί γέρνει ή στρέφει το κεφάλι του σε μια συγκεκριμένη θέση για να ευθυγραμμίσει καλύτερα τα μάτια του ή να εξουδετερώσει τη διπλωπία
-
Κλείσιμο του ενός ματιού: Ιδιαίτερα στο έντονο ηλιακό φως, λόγω συνοδού φωτοφοβίας αλλά και για να αποφύγει τη διπλωπία. Το κλείσιμο του ματιού μέσα στο σπίτι, π.χ. κατά την παρακολούθηση τηλεόρασης, μπορεί επίσης να υποδηλώνει στραβισμό
Δυσκολίες στην αντίληψη του βάθους και στον συντονισμό
Ο στραβισμός περιορίζει τη διόφθαλμη όραση, η οποία είναι απαραίτητη για την ακριβή εκτίμηση των αποστάσεων. Αυτό μπορεί να εκδηλώνεται με: ∙Αδεξιότητα στις κινήσεις και συχνές προσκρούσεις σε αντικείμενα ∙Δυσκολία σε δραστηριότητες που απαιτούν καλό συντονισμό χεριών-ματιών, όπως το πιάσιμο μιας μπάλας ή η συναρμολόγηση παζλ. Διστακτικότητα όταν κατεβαίνουν σκάλες ή δυσκολία στον υπολογισμό αποστάσεων
Κόπωση των ματιών και σχετικά συμπτώματα
Η προσπάθεια του εγκεφάλου να επεξεργαστεί αντικρουόμενες οπτικές πληροφορίες μπορεί να οδηγήσει σε κόπωση των ματιών και πονοκεφάλους, ιδιαίτερα μετά από οπτικές δραστηριότητες όπως διάβασμα, γράψιμο ή χρήση οθονών. Τα παιδιά μπορεί να παραπονιούνται για ενόχληση στα μάτια, αίσθημα καύσου ή γενικής δυσφορίας γύρω από την περιοχή των ματιών.
Διάγνωση: Η σημασία της έγκαιρης και ακριβούς αξιολόγησης
Η έγκαιρη και ακριβής διάγνωση του στραβισμού αποτελεί τον πυλώνα της επιτυχούς θεραπευτικής αντιμετώπισης. Δεδομένου ότι τα παιδιά συχνά δεν αντιλαμβάνονται ή δεν μπορούν να επικοινωνήσουν αποτελεσματικά τα οπτικά τους προβλήματα, οι τακτικές οφθαλμολογικές εξετάσεις από μικρή ηλικία είναι απαραίτητες.
Χρονοδιάγραμμα οφθαλμολογικών εξετάσεων
Η Ελληνική Εταιρεία Παιδοφθαλμολογίας & Στραβισμού, ευθυγραμμιζόμενη με τις διεθνείς συστάσεις, έχει καθιερώσει συγκεκριμένες οδηγίες για τις παιδιατρικές οφθαλμολογικές εξετάσεις:
-
Γέννηση: Ο πρώτος ανατομικός οφθαλμολογικός έλεγχος του νεογνού πρέπει να γίνεται στο μαιευτήριο, για συγγενείς παθήσεις που πρέπει να αντιμετωπισθούν άμεσα, π.χ. συγγενής καταρράκτης
-
6-12 μηνών: Η πρώτη ολοκληρωμένη εξέταση για εντοπισμό κοινών προβλημάτων όπως ο στραβισμός και η αμβλυωπία
-
3 ετών: Τρίτη εξέταση, όταν τα παιδιά μπορούν να συμμετέχουν πιο ενεργά στις εξετάσεις όρασης και να εκτιμηθεί η διαθλαστική τους κατάσταση
-
5-6 ετών: Τέταρτη εξέταση λίγο πριν την έναρξη του σχολείου
Εάν δεν υπάρχει πρόβλημα όρασης, τα παιδιά πρέπει να συνεχίζουν τις εξετάσεις κάθε δύο χρόνια μετά την ηλικία των 6 ετών. Ωστόσο, εάν προκύψουν ανησυχίες νωρίτερα ή υπάρχει οικογενειακό ιστορικό οφθαλμολογικών παθήσεων, η παιδοφθαλμολογική αξιολόγηση πρέπει να ζητηθεί άμεσα, ανεξάρτητα από την ηλικία του παιδιού.
Η παιδοφθαλμολογική εξέταση για στραβισμό
Μια ολοκληρωμένη παιδοφθαλμολογική εξέταση περιλαμβάνει πολλαπλές δοκιμασίες που προσαρμόζονται στην ηλικία του παιδιού:
-
Λήψη ιστορικού: Συμπεριλαμβάνει οικογενειακό ιστορικό στραβισμού ή άλλων οφθαλμολογικών παθήσεων
-
Επισκόπηση: Έλεγχος της θέσης των βλεφάρων, θέσης της κεφαλής, ασυμμετρίας μεταξύ των ματιών ή εμφανούς στραβισμού
-
Έλεγχος της οφθαλμοκινητικότητας: Γίνεται έλεγχος για περιορισμούς ή πιθανή αδυναμία, στην ομαλή και συγχρονισμένη κίνηση των ματιών
-
Έλεγχος οπτικής οξύτητας: Προσαρμοσμένος στην ηλικία, από παρατήρηση αντιδράσεων σε βρέφη έως πίνακες με εικόνες ή αριθμούς σε μεγαλύτερα παιδιά
-
Μελέτη της χρωματικής αντίληψης και της στερεοσκοπίας: Έλεγχος για δυσχρωματοψία που είναι πολύ πιο συχνή στα αγόρια και την πιθανή ύπαρξη μικροστραβισμού
-
Δοκιμασία Hirschberg: Παρατήρηση της θέσης της αντανάκλασης του φωτός σε κάθε κόρη για τον εντοπισμό στραβισμού
-
Δοκιμασίες κάλυψης (Prism Cover Test): Εντοπισμός και ποσοτική μέτρηση τόσο εμφανών όσο και λανθανουσών παρεκκλίσεων
-
Κυκλοπληγική διάθλαση- Σκιασκοπία: Χρήση ειδικών σταγόνων για ακριβή μέτρηση διαθλαστικών σφαλμάτων, με σκιασκόπιο ή αυτόματο διαθλασίμετρο.
-
Εξέταση στην σχισμοειδή λυχνία: Έλεγχος του πρόσθιου ημιμορίου του οφθαλμού (επιπεφυκότες, κερατοειδής, ίριδα, φακός)
-
Βυθοσκόπηση: Εξέταση του αμφιβληστροειδούς και οπτικού νεύρου
Πότε να αναζητήσετε άμεση βοήθεια
Ορισμένες καταστάσεις απαιτούν άμεση ιατρική προσοχή:
-
Αιφνίδια εμφάνιση στραβισμού σε παιδί που προηγουμένως είχε φυσιολογική ευθυγράμμιση - μπορεί να υποδηλώνει σοβαρό νευρολογικό πρόβλημα
-
Επίμονη ή εμφανής παρέκκλιση μετά την ηλικία των 3-4 μηνών
-
Οποιαδήποτε ανησυχία των γονέων, ειδικά αν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό οφθαλμολογικής νόσου
Θεραπευτικές επιλογές: Από τα γυαλιά στη χειρουργική
Η αντιμετώπιση του παιδικού στραβισμού απαιτεί μια ολοκληρωμένη και συχνά πολυεπίπεδη θεραπευτική προσέγγιση. Οι κύριοι στόχοι της θεραπείας είναι η επίτευξη καλής όρασης και στα δύο μάτια, η προώθηση της διόφθαλμης όρασης και η ευθυγράμμιση των ματιών. Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας είναι μέγιστη όταν ξεκινά έγκαιρα.
Διόρθωση με γυαλιά οράσεως
Η συνταγογράφηση γυαλιών αποτελεί συχνά το πρώτο και πιο σημαντικό βήμα στη θεραπεία του στραβισμού. Τα κατάλληλα γυαλιά όχι μόνο παρέχουν καθαρή όραση, αλλά μπορούν να προλάβουν την ανάπτυξη αμβλυωπίας στο μάτι που παρεκκλίνει. Η αποτελεσματικότητα των γυαλιών είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή στην προσαρμοστική εσωτροπία, που προκαλείται από υπερμετρωπία. Η χρήση γυαλιών υπερμετρωπίας στην προσαρμοστική εσωτροπία γίνεται για την αντιμετώπιση του στραβισμού. Το παιδί μπορεί να δει καλά συχνά και χωρίς τα γυαλιά, προσαρμόζοντας και εξουδετερώνοντας την υπερμετρωπία. Η ενεργοποίηση της προσαρμογής όμως ενεργοποιεί και την σύγκλιση, καθώς πρόκειται για συνδυασμένα εγκεφαλικά ανακλαστικά.
Στην προσαρμοστική εσωτροπία, τα γυαλιά διορθώνουν το υποκείμενο διαθλαστικό σφάλμα, επιτρέποντας στο παιδί να εστιάσει χωρίς την υπερβολική προσαρμοστική προσπάθεια, που προκαλεί την προς τα μέσα σύγκλιση. Σε πολλές περιπτώσεις, τα γυαλιά μπορούν να ευθυγραμμίσουν πλήρως τα μάτια. Ακόμη και μετά από χειρουργική επέμβαση, τα παιδιά που φορούσαν γυαλιά συνήθως πρέπει να συνεχίσουν να τα φορούν, καθώς η χειρουργική επέμβαση διορθώνει την ευθυγράμμιση αλλά όχι το διαθλαστικό σφάλμα. Τονίζεται ότι η χρήση των γυαλιών στην προσαρμοστική εσωτροπία, πρέπει να είναι συνεχής (full time).


Αμιγώς προσαρμοστική εσωτροπία.
Τα γυαλιά είναι η θεραπεία.
Θεραπεία κάλυψης του ματιού (Occlusion Therapy)
Η θεραπεία κάλυψης αποτελεί τη θεμελιώδη θεραπευτική προσέγγιση για την αντιμετώπιση της αμβλυωπίας. Η μέθοδος περιλαμβάνει την κάλυψη του ισχυρότερου, φυσιολογικά λειτουργούντος ματιού με ένα κάλυμμα ή επίθεμα για συγκεκριμένες ώρες κάθε ημέρα. Ο στόχος είναι να "αναγκάσει" το αδύναμο, αμβλυωπικό μάτι να λειτουργήσει ενεργότερα, ενισχύοντας έτσι τη νευρωνική του σύνδεση με τον εγκέφαλο και βελτιώνοντας τη οπτική του ικανότητα.
Η επιτυχία της θεραπείας κάλυψης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συνέπεια και την τήρηση των οδηγιών. Τα γυαλιά συχνά συνδυάζονται με την κάλυψη για μέγιστη αποτελεσματικότητα. Ως εναλλακτική της κάλυψης, μπορούν να χρησιμοποιηθούν σταγόνες ατροπίνης που θολώνουν προσωρινά την όραση του υγιούς ματιού.
Ορθοπτική θεραπεία (Ασκήσεις ματιών)
Η ορθοπτική θεραπεία περιλαμβάνει εξατομικευμένες ασκήσεις σχεδιασμένες να ενισχύσουν τη βελτίωση του μυϊκού ελέγχου, του συντονισμού και της διόφθαλμης όρασης. Είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική για μεγαλύτερα παιδιά με ήπιο διαλείποντα στραβισμό ή ανεπάρκεια σύγκλισης, όπου η απόκλιση των ματιών εμφανίζεται περιοδικά.
Το πλεονέκτημα της ορθοπτικής θεραπείας έγκειται στο γεγονός ότι αντιμετωπίζει το υποκείμενο νευρολογικό πρόβλημα, χωρίς την ανάγκη χειρουργικής διόρθωσης.
Πρισματική διόρθωση
Τα πρίσματα μπορούν να ενσωματωθούν στα γυαλιά για να διευκολύνουν την αντιμετώπιση της παρέκκλισης των ματιών και να μειώσουν ή να εξαλείψουν τη διπλωπία.
Τα πρίσματα λειτουργούν ανακατευθύνοντας το φως πριν εισέλθει στα μάτια, μετατοπίζοντας αποτελεσματικά την εικόνα ώστε να αντιστοιχεί στη θέση του ματιού που παρεκκλίνει και βοηθώντας τα μάτια να λειτουργούν πιο αποτελεσματικά μαζί. Είναι χρήσιμα ως προσωρινό μέτρο πριν την χειρουργική διόρθωση, για μικρές γωνίες στραβισμού, κάτω από το χειρουργικό όριο και σε ηλικιωμένους.
Ενέσεις Botox
Οι ενέσεις βοτουλινικής τοξίνης (Botox) προσφέρουν μια λιγότερο επεμβατική εναλλακτική λύση αντί της χειρουργικής επέμβασης για συγκεκριμένους τύπους στραβισμού. Το Botox δρα αποδυναμώνοντας προσωρινά συγκεκριμένους μύες των ματιών, μειώνοντας την έντασή τους και επιτρέποντας στους αντίθετους μύες να ανακτήσουν τον έλεγχο. Η
επίδραση του Botox διαρκεί συνήθως 3-4 μήνες, αλλά επαναλαμβανόμενες θεραπείες μπορεί να οδηγήσουν σε περισσότερο μακροχρόνια ευθυγράμμιση. Απαιτεί συγκεκριμένο καταγραφικό εξοπλισμό και στα παιδιά είναι αναγκαία η χορήγηση αναισθησίας, για την εκτέλεσή της.
Χειρουργική αντιμετώπιση
Η χειρουργική επέμβαση των μυών των ματιών αποτελεί κοινή θεραπευτική επιλογή για τον στραβισμό, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις μεγάλων παρεκκλίσεων ή όταν οι συντηρητικές παρεμβάσεις (γυαλιά & κλείσιμο) δεν επαρκούν. Η επέμβαση περιλαμβάνει την προσαρμογή της τάσης ή της θέσης των έξι εξοφθάλμιων μυών που ελέγχουν τις κινήσεις των ματιών, είτε με την αποδυνάμωση είτε με την ενδυνάμωσή τους για την επίτευξη καλύτερης ευθυγράμμισης. Τα ποσά παρέμβασης σε κάθε μυ καθορίζονται από στατιστικούς πίνακες που προέκυψαν από μεγάλες σειρές ασθενών και ποικίλουν ανάλογα με τον τύπο του στραβισμού.
Η επέμβαση συνήθως πραγματοποιείται υπό γενική αναισθησία στα παιδιά και ιδανικά και στους ενήλικες και αποτελεί διαδικασία ημερήσιας νοσηλείας. Μετά τη χειρουργική επέμβαση, τα παιδιά μπορεί να αντιμετωπίσουν κάποια ερυθρότητα, οίδημα και δυσφορία στο χειρουργημένο μάτι για αρκετές εβδομάδες. Διπλή όραση μπορεί να εμφανιστεί
προσωρινά καθώς ο εγκέφαλος προσαρμόζεται στη νέα ευθυγράμμιση των ματιών, αλλά αυτό συνήθως υποχωρεί μέσα σε λίγες ημέρες έως εβδομάδες, ιδιαίτερα στα παιδιά.
Πιθανότητα επανεγχείρησης
Η πιθανότητα επανεπέμβασης είναι υψηλή στην χειρουργική διόρθωση του στραβισμού.
Η επέμβαση στα μάτια, δηλ. στους οφθαλμικούς μύες, δεν είναι αιτιολογική θεραπεία, καθώς το αίτιο του στραβισμού εδράζεται στον εγκέφαλο και όχι στα μάτια. Παρά την προσεκτική κλινική αξιολόγηση και την εξειδικευμένη χειρουργική τεχνική, η επίτευξη τέλειας ευθυγράμμισης, αποτελεί πρόκληση για τον χειρουργό στραβισμού. Περίπου 15-
35% των ασθενών που υποβάλλονται σε χειρουργική επέμβαση στραβισμού μπορεί να χρειαστούν επανεπέμβαση, στα πρώτα 5-10 χρόνια, με μελέτες να καταγράφουν συνολικό μέσο ποσοστό επανεγχείρησης στο 25%. Τα βρέφη με συγγενή εσωτροπία τείνουν να έχουν το υψηλότερο ποσοστό επανεγχείρησης (20-40%), με τα περισσότερα να χρειάζονται 2 και 3 επεμβάσεις, για υπο ή υπέρδιορθώσεις ή συνοδούς κάθετους στραβισμούς. Ο παρακάτω ενδεικτικός πίνακας δίνει τα μέσα ποσοστά επανεπεμβάσεων, ανάλογα με τον τύπου του
στραβισμού, όπως προκύπτουν από μεγάλες διεθνείς μελέτες.
Αυτά τα στοιχεία αναδεικνύουν τη σύνθετη φύση του στραβισμού και τη σημασία ρεαλιστικών προσδοκιών των γονέων ή των ασθενών, για τα αποτελέσματα της θεραπείας.
Βασικές αρχές που πρέπει να θυμούνται οι γονείς
Η διάκριση μεταξύ πραγματικού στραβισμού και ψευδοστραβισμού είναι κρίσιμη, αλλά απαιτεί παιδοφθαλμολογική αξιολόγηση για οριστική διάγνωση. Οι γονείς δεν πρέπει να βασίζονται μόνο στη δική τους παρατήρηση, ιδιαίτερα όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό στραβισμού. Η γενετική προδιάθεση αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο, καθιστώντας την προληπτική παρακολούθηση ακόμη πιο σημαντική.
Το χρονικό παράθυρο για αποτελεσματική θεραπεία είναι περιορισμένο και καθορίζεται από τη νευροπλαστικότητα του αναπτυσσόμενου εγκεφάλου. Η κρίσιμη περίοδος από τους 3 μήνες έως τα 8-9 χρόνια αντιπροσωπεύει το χρονικό διάστημα όπου οι θεραπευτικές παρεμβάσεις μπορούν να επιφέρουν τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα για την αποκατάσταση της διόφθαλμης λειτουργίας.
Η σημασία της τήρησης του χρονοδιαγράμματος εξετάσεων
Οι τακτικές οφθαλμολογικές εξετάσεις στις ηλικίες των 6 μηνών, 3 ετών και 5-6 ετών δεν αποτελούν απλές συστάσεις, αλλά σημαντικά σημεία ελέγχου που μπορούν να καθορίσουν τη μακροπρόθεσμη οπτική υγεία του παιδιού. Η έγκαιρη διάγνωση επιτρέπει την έναρξη θεραπείας πριν αναπτυχθούν μη αναστρέψιμες επιπλοκές όπως η αμβλυωπία. Η αιφνίδια εμφάνιση στραβισμού σε οποιαδήποτε ηλικία αποτελεί ιατρική επείγουσα κατάσταση που απαιτεί άμεση αξιολόγηση, καθώς μπορεί να υποδηλώνει σοβαρά νευρολογικά προβλήματα.
Ρεαλιστικές προσδοκίες
Η σύγχρονη ιατρική προσφέρει ποικίλες αποτελεσματικές θεραπευτικές επιλογές για τον στραβισμό, από τα απλά γυαλιά μέχρι την προηγμένη χειρουργική. Ωστόσο, οι γονείς πρέπει να κατανοούν ότι η θεραπεία συχνά απαιτεί συνδυασμό μεθόδων και μακροχρόνια δέσμευση. Η πιθανότητα επανεγχείρησης, ιδιαίτερα σε μικρότερα παιδιά, αποτελεί ρεαλιστικό αποτέλεσμα που δεν υποδηλώνει αποτυχία, αλλά αντικατοπτρίζει τη σύνθετη φύση της πάθησης.
Η επιτυχία της θεραπείας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την τήρηση των θεραπευτικών οδηγιών, ιδιαίτερα όσον αφορά τη θεραπεία κάλυψης για την αντιμετώπιση της αμβλυωπίας. Η συνεργασία μεταξύ γονέων, παιδιού και θεραπευτικής ομάδας είναι απαραίτητη για την επίτευξη των βέλτιστων αποτελεσμάτων.
Τι να κάνετε
Ο παιδικός στραβισμός, παρά την πολυπλοκότητά του, είναι μια κατάσταση που μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά όταν διαγνωστεί και θεραπευτεί έγκαιρα. Η προσεκτική παρατήρηση από τους γονείς, η τήρηση των προγραμματισμένων εξετάσεων και η άμεση αναζήτηση επαγγελματικής βοήθειας όταν προκύπτουν ανησυχίες μπορούν να διασφαλίσουν ότι το παιδί θα αναπτύξει το πλήρες οπτικό του δυναμικό.
Η επένδυση στην έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία του στραβισμού δεν αφορά μόνο την όραση -αφορά την παροχή στο παιδί των εργαλείων που χρειάζεται για να αντιμετωπίσει τον κόσμο με σιγουριά, να επιτύχει ακαδημαϊκά και να αναπτύξει υγιείς κοινωνικές σχέσεις. Με τη σωστή φροντίδα και υποστήριξη, τα παιδιά με στραβισμό μπορούν να ζήσουν πλήρεις και επιτυχημένες ζωές, χωρίς οπτική αναπηρία ή περιορισμούς από την αρχική τους διάγνωση.
